| Ο φαροφύλακας - Διήγημα |
|
Διήγημα του Βασίλη Κυριλλίδη από τη συλλογή,
Ιστορίες της άλλης μέρας, (Άγκυρα, 2008) Ακόμα κι αν δεν είχα πάρει στα σοβαρά την
προειδοποίηση του Γκιόρκ, δεν θα άλλαζαν και πολλά. Ο ίδιος, σίγουρος
γι’ αυτό που θα αντιμετώπιζα, είχε κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες.
Στα κάτω δωμάτια του φάρου δεν είχε αφήσει τίποτα. Μετέφερε το κάθε
αντικείμενο σε ύψος ανάλογο της χρησιμότητάς του. Στο ψηλότερο δωμάτιο,
ακριβώς κάτω από τον περιστρεφόμενο προβολέα, είχε τοποθετήσει το μονό
κρεβάτι, που κατέτρωγε πολύτιμα εκατοστά του χώρου, καθώς οι ευθείες
του μεταλλικού σκελετού δεν εφάρμοζαν στον καμπυλωτό τοίχο. Απέναντι,
αν μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτή τη λέξη για ένα τόσο μικρό μέρος,
τοποθέτησε τη σιφονιέρα, που με τη βοήθεια μιας μοναδικής καρέκλας
μπορούσε να χρησιμεύσει και σαν γραφείο. Στον παρακάτω όροφο
εγκατέστησε το ψυγείο και το ντουλάπι. Εκεί, όπως ακριβώς σε ατομικό
καταφύγιο για την περίπτωση πολέμου ή μεγάλης καταστροφής, θα αποθήκευα
τα τρόφιμα ενός ολόκληρου μήνα, συν κάτι παραπάνω, για κάθε ενδεχόμενο.
Ψωμιά, παξιμάδια, κονσέρβες, κατεψυγμένα κρέατα και λαχανικά, ξηρούς
καρπούς, νταμιτζάνες με νερό. Και καφέ, τσάι, κακάο, ροφήματα κατάλληλα
για ώρες ρέμβης και συντροφιάς, που όμως δεν διέθετα ποτέ κατά τη
διάρκεια της πολυήμερης βάρδιας μου.
Πιο εντυπωσιακή ήταν η παρέμβασή του στον κάτω, και πιο ευρύχωρο από τους τρεις, όροφο, όπου το κυλινδρικό κτίριο του φάρου φαρδαίνει αισθητά. Εκεί είχε τοποθετήσει όλα τα μηχανήματα -μπαταρίες, γεννήτρια, εργαλεία επισκευών, τηλεόραση, ραδιόφωνο, τηλέφωνο- ακριβώς δίπλα στο στενό χώρο της τουαλέτας και του μπάνιου. Αν και ιδιαίτερα χεροδύναμος άνθρωπος, το όλο έργο ήταν ένας άθλος, άσχετα αν ο Γκιόρκ είχε τριάντα ολάκερες μέρες, για το σχεδιασμό και την πραγματοποίησή του. Στα ισόγεια του φάρου είχαν απομείνει μόνο οι αποσκευές του που θα έπαιρνε φεύγοντας, και δυο κάδρα στους τοίχους, που είτε θεώρησε πως εξακολουθούν να εξυπηρετούν κάποιο σκοπό, είτε πως ήταν εύκολο, όταν το νερό ανέβει ως εκεί, να τα μεταφέρω μόνος μου. Τη στιγμή που με αποχαιρετούσε, στην προβλήτα της απομονωμένης βραχώδους ξέρας, έτεινε το δάχτυλό του προς τη βάση του φάρου, στο σημείο που άγγιζε τη θάλασσα, στοχεύοντας δυο φορές, για σύγκριση. Μια εκεί που το νερό θα έπρεπε να είναι, και μια λίγο ψηλότερα, εκεί που τώρα είχε φτάσει. Μετά μου έδειξε τη δεμένη ξύλινη βάρκα, με νεύμα που υπονοούσε τη λύση της έσχατης περίπτωσης. Με χτύπησε φιλικά, συμπονετικά θα έλεγα, στην πλάτη, και μπήκε στο πλοιάριο που θα τον γύριζε, μετά από ταξίδι έξι ωρών, στο λιμάνι της Ντάλεας. Στο βλέμμα του διέκρινα τη θλίψη του οριστικού, παρ’ όλο που προσπάθησε να την κρύψει κάτω από ένα τρανταχτό γέλιο που σιγοντάρισε τον ήχο της μηχανής, σηκώνοντας το μπουκάλι με το ουίσκι προς τον ουρανό, σαν ιδιόμορφη προσευχή ή σαν προκαταβολική ευχαριστία για την επιστροφή του στην πατρίδα. Από την εσωτερική στριφογυριστή σκάλα ανέβηκα μέχρι το παρατηρητήριο. Άνοιξα την τζαμένια πόρτα και βγήκα έξω, στο φαρδύ μπαλκόνι, που έκλεινε κύκλο στο λαιμό του κτίσματος. Στήριξα τα χέρια στα προστατευτικά κάγκελα, και κοίταζα το παλιό σκουριασμένο σκάφος του Γκιόρκ, να απομακρύνεται με ρυθμικό θόρυβο. Έπλεε γρήγορα ανάμεσα από τις δυο νησίδες, αφήνοντας πίσω του μια ξέθωρη αφρισμένη γραμμή. Θέλησα να ετοιμάσω καφέ, αλλά φοβήθηκα πως θα έχανα τις τελευταίες στιγμές του ήλιου, πριν βυθιστεί στη θάλασσα, απέναντι. Έκανα καλά που έμεινα να τον κοιτώ, γιατί έκτοτε δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Το πρώτο κιόλας βράδυ ξέσπασε καταιγίδα. Δεν με πείραξε που χάλασε ο ύπνος μου, γιατί ήταν πολύ ανήσυχος, σαν άρρωστος. Η βροχή έπεφτε καταρράχτης απ’ τον ουρανό, μου δημιουργούσε την ψευδαίσθηση πως πλημμύριζε τη θάλασσα, μολονότι ήξερα πως δεν έφταιγε αυτή, αλλά οι πάγοι των πόλων, που έλιωναν με ταχύ ρυθμό. Αναρωτήθηκα αν θα βρέχει έτσι και στη Ντάλεα. Σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στην Τζόις, αλλά δεν θέλησα να την ξυπνήσω. Δεν ήξερα πως έτσι έχανα την ευκαιρία ν’ ακούσω για τελευταία φορά τη φωνή της. Καθόμουν, ούτε ξέρω πόση ώρα, και παρακολουθούσα σαν εκστασιασμένος τον κατακλυσμό. Όταν η κούραση μ’ έριξε βαρύ στο κρεβάτι, δεν είχε σταματήσει ακόμα. Σήμερα το πρωί οι επικοινωνίες είναι κομμένες. Το τηλέφωνο νεκρό. Η μικρή συσκευή της τηλεόρασης μεταδίδει γραμμές και το ραδιόφωνο παράσιτα. Δεν φταίνε οι συσκευές. Ίσως εγκαταλείπουν τα μέρη τους οι άνθρωποι. Ίσως προσπαθούν να χτίσουν ψηλότερα τα σπίτια τους, να φτιάξουν αλλού τις αγορές τους. Θα συνηθίσουν, σκέφτομαι, τις αλλαγές, και θα το ξεχάσουν κάποτε. Αιώνες μετά θα γίνει ιστορία. Θα το διδάσκουν οι δάσκαλοι στους μαθητές, θα το βάζουν διαγώνισμα στις εξετάσεις. Κι ακόμα παραπέρα, στην άλλη άκρη του χρόνου, θα γίνει παραμύθι, θρύλος, σαν τους παλιούς, που έλεγαν καθισμένοι γύρω απ’ τη φωτιά. Εκτός αν το νερό δεν σταματήσει ποτέ ν’ ανεβαίνει, και τίποτα απ’ αυτά δεν μέλλεται να συμβεί. Όμως δεν κάνει να σκέφτομαι τέτοια. Δεν θα μου λείψει η τηλεόραση. Γεννά εικόνες το μυαλό μου. Θα μου λείψει η μουσική που τις συνόδευε. Τα σίδερα στον εξωτερικό τοίχο του φάρου, μπηγμένα στο σώμα του να σχηματίζουν κάθετη σκάλα, έχουν σκουριάσει. Πέρασα όλο το πρωί βάφοντάς τα. Το τελευταίο είχε σκεπαστεί απ’ το νερό. Έφαγα πρόχειρα, και προγραμμάτισα σ’ ένα χαρτί όλα τα γεύματα της επόμενης εβδομάδας. Φρόντισα για σχετική ποικιλία. Διάβασα λιγάκι το βράδυ. Ο φάρος έχει βιβλία που μου φαίνονται λίγα, αλλά κάθε φορά που ο μήνας τελειώνει και έρχεται η ώρα να φύγω από εδώ, διαπιστώνω πως δεν έχω διαβάσει παρά ελάχιστα. Τις περισσότερες ώρες μου τις ξοδεύω στο παρατηρητήριο, ονειροπολώντας και κρατώντας σημειώσεις. Ο Γκιόρκ είχε δίκιο, το φαινόμενο προχωρά γρήγορα. Οι νησίδες απέναντι φαίνονται μικρότερες, το νερό γλείφει την προκυμαία. Ο ουρανός είναι πάλι συννεφιασμένος, μοιάζει σαν κάτι να τον μελαγχολεί. Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν φτάνει στην ξέρα μου. Χρειάζομαι πανωφόρι όταν κάθομαι στο μπαλκόνι, και μια από τις δυο κουβέρτες όταν κοιμάμαι το βράδυ. Κατεβαίνω στη βάση του φάρου να εξακριβώσω το ακριβές μέγεθος και την ταχύτητα της αλλαγής. Τα σκαλοπάτια κάτω από το νερό είναι πλέον δυο. Πρέπει να λύσω τη βάρκα και να τη δέσω κάπου ψηλότερα. Χθες το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ είδα στ’ ανοιχτά φώτα πλοίου. Η πορεία του ήταν περίεργη - συνήθως τα καράβια ακολουθούν το δρομολόγιο κατά μήκος των νησίδων. Το ξέρω γιατί γνωρίζω τα λιμάνια, και μπορώ για ώρες να παρατηρώ τα φώτα τους, όπως περνούν από τη μια γραμμή του ορίζοντα ως την άλλη. Αυτό κάλυψε τη μισή απόσταση, μετά έστρεψε τη ρότα του, ξαφνικά, σαν να άλλαξε γνώμη κι απομακρύνθηκε. Το παρατηρούσα για ώρα με τα κιάλια, προσπαθώντας να μαντέψω την αιτία της συμπεριφοράς. Πάντως το καθήκον μου το έκανα, ο φάρος δούλεψε κανονικά. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω πως ο καπετάνιος ξεγελάστηκε εξ αιτίας του παραπανίσιου νερού, και κατάλαβε το λάθος του αντικρίζοντας το φως που εκπέμπει η ξέρα μου. Ξυπνάω τα βράδια με περίεργες σκέψεις. Απόψε μου ήρθαν στο νου όλα αυτά τα αλλόκοτα πλάσματα που ζουν στα αβυσσαλέα βάθη, στους πυθμένες των ωκεανών. Αναρωτήθηκα αν θα ζουν ακόμα. Τα ζωντανά της επιφανείας έχουν πια μεγαλύτερη επικράτεια να κινούνται και να μεταναστεύουν. Αλλά τα άλλα, τα διαφανή και μικροσκοπικά όντα, θα προλάβουν άραγε να προσαρμοστούν στην αυξημένη πίεση; Ξέρω πως για κάθε δέκα μέτρα ύψους του νερού η πίεση αυξάνει κατά μια ατμοσφαιρική μονάδα, δεν ξέρω όμως αν αυτό έχει σημασία για τα πλάσματα που ζουν χιλιόμετρα κάτω από τους αφρούς. Δεν ξέρω δηλαδή πόση σημασία έχει η ποσοστιαία αύξηση στις πενήντα ή εξήντα ατμόσφαιρες. Μπορεί να είναι μικρή, μπορεί πάλι να αρκεί για να συνθλίψει ακόμα κι αυτές τις ζωντανές ζελατίνες, αν δεν καταφέρουν να βρουν σπίτι και τροφή, να ζήσουν πιο ψηλά από την άμμο του βυθού. Ώρες-ώρες αισθάνομαι πως θα ήθελα να ξέρω περισσότερα, να γνωρίζω πράγματα που ποτέ στη ζωή μου να δεν ενδιαφέρθηκα μάθω. Αλλά πάλι, σκέφτομαι, αν ήξερα, ίσως όλες αυτές οι προηγούμενες σκέψεις να μου φαίνονταν τόσο ανόητες, ώστε να μην τις είχα κάνει ποτέ. Πάλι βροχή. Ήρεμη αυτή τη φορά. Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω τον σχεδόν γαλήνιο ήχο της στα τζάμια. Όταν χορταίνω τη μουσική της τ’ ανοίγω. Το φως του φάρου χαράζει διαδρόμους, οι στάλες λάμπουν σαν διαμαντένια ευλογία απ’ τον ουρανό. Σημειώνω μια ακόμα μέρα στο χαρτί και τη διαγράφω με μια μολυβιά. Αν δεν το κάνω ξεχνιέμαι, και τότε ο χρόνος γίνεται μια ασάλευτη επίπεδη επιφάνεια, που πάνω της περιφέρομαι και διαπιστώνω πως ξαναπερνώ συνέχεια από τα ίδια σημεία. Κάθομαι στην ακρογιαλιά που γνώρισα την Τζόις, βγαίνω στο διάλειμμα του μαθήματος για να φάω το ψωμοτύρι που μου ετοίμασε η μητέρα, γυρίζω στην αυλή του σχολείου για να πάρω απ’ το χέρι τον Στέπι και να τον γυρίσω στο σπίτι, κι επιστρέφω στο ακρογιάλι, για να συναντήσω την Τζόις, ξανά. Δούλεψα πέντε χρόνια σ’ αυτό το κτίριο, που πια έμεινε το μισό πάνω από τη θάλασσα. Συνολικά είκοσι μήνες, τέσσερις κάθε χρόνο. Όμως νιώθω σαν να πέρασα εδώ όλα μου τα χρόνια, και σαν την άλλη μου ζωή να την έζησε κάποιος άλλος. Ή σαν η ζωή μου να μην ήταν παρά ένα μεγάλο όνειρο, που ξετυλιγόταν κάθε βράδυ στο παρατηρητήριό μου. Πολλές φορές πίστεψα πως ήμουν πάντα εδώ, πως η ζωή μου στην κωμόπολη του Νότου, κοντά στην Τζόις και τον Στέπι, ήταν μια φαντασία που το φως του φάρου μού υπέβαλλε. Το λέω αυτό γιατί όταν βρίσκομαι στο σπίτι μου το παραμικρό φως ενοχλεί τον ύπνο μου, ενώ εδώ ο φάρος δεν επιτρέπει ποτέ το απόλυτο σκοτάδι, κι όμως κοιμάμαι τόσο βαθιά, που όταν ξυπνώ παιδεύομαι να ξεκόψω απ’ το όνειρο. Ήλιο δεν έχω δει από τότε που ήρθα. Χρησιμοποιώ τη γεννήτρια για να φορτίσω τις μπαταρίες. Όμως πόσιμο νερό έχω άφθονο, η βροχή γεμίζει το ντεπόζιτο. Θα περισσέψουν οι νταμιτζάνες για τον επόμενο της βάρδιας. Αν υπάρξει. Τα είδα, είμαι σίγουρος. Όχι, δεν ήταν η αντανάκλαση του φάρου πάνω στα κύματα. Ήταν ψηλά, στον ουρανό. Τρεις φωτεινές σφαίρες σαν θολά ολόγιομα φεγγάρια. Ο φάρος μπορεί καμιά φορά και αντανακλά στα χαμηλά σύννεφα, το έχω δει να συμβαίνει αυτό, αλλά τώρα ήταν κάτι άλλο. Το λέω με σιγουριά, επειδή το περιστρεφόμενο φως του φάρου κινείται πάντα με σταθερή φορά και ταχύτητα, ενώ αυτά που είδα είχαν ξέχωρη, δική τους πορεία. Δεν ξέρω τι μπορεί να ήταν. Ίσως η μοναξιά ν’ ανάβει φώτα στο κεφάλι του ανθρώπου. Οι ναύτες του Κολόμβου είχαν αναφέρει παρόμοια περιστατικά καταμεσής του ωκεανού, και της αγωνίας τους για στεριά. Ίσως βαθιά μέσα μου να τρέφω την ίδια αγωνία, και να μην το έχω συνειδητοποιήσει ακόμα. Πραγματικά ή φανταστικά τα φώτα κινήθηκαν αυτόνομα. Στάθηκαν για λίγο ακίνητα στο σκοτάδι, και μετά απομακρύνθηκαν σε αντίθετη φορά, από αυτήν του φωτός που εκπέμπεται αέναα από την κορυφή του μισοβυθισμένου μου κτιρίου. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η αγωνία μου να είναι ακόμα μεγαλύτερη από των ναυτικών στις καραβέλες του Κολόμβου. Εκείνοι προσδοκούσαν ν’ αντικρίσουν τη στεριά, ενώ εγώ μένω εδώ, ανήμπορος, και τη βλέπω να χάνεται. Σήμερα ονειρεύτηκα την Ντάλεα, την παραθαλάσσια κωμόπολη του Νότου, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ήταν μικρό, ήσυχο μέρος. Λιγοστοί οι κάτοικοί του, ψαράδες, σαν τον πατέρα μου, ναυτικοί, που έφευγαν κι αυτοί με την πρώτη ευκαιρία. Όμως, ακόμα κι ανάμεσα σ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους, ένιωθα πως ήμουν μέσα στον κόσμο. Σκέψεις δεν με βασάνιζαν εκτός από τα καθημερινά και τα συνηθισμένα. Μόνο από τότε που ανέλαβα βάρδια σ’ αυτόν το φάρο, από τότε που περνούσα εδώ ολομόναχος ένα ολόκληρο, κάθε τρεις, μήνα, οι σκέψεις μου δεν σταμάτησαν να δουλεύουν, ούτε ακόμα και στις ώρες του ύπνου μου. Αμέτρητες φορές ξανάζησα γεγονότα της ζωής μου, ακόμα και μερικά που δεν ήθελα να θυμάμαι καθόλου. Φαίνεται πως η μοναξιά έλκει τις αναμνήσεις, όπως το αναμμένο φως τα έντομα. Συχνά ονειρεύομαι την Ντάλεα κάτω απ’ το νερό. Κολυμπώ στους δρόμους της, νιώθω σαν να έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, αλλά αναγνωρίζω κάθε γωνιά και κάθε της σπίτι. Την βλέπω έρημη, όχι εγκαταλειμμένη, σαν να έχουν φύγει οι κάτοικοί της για να χαρούν μια γιορτή, μια πρωτομαγιά. Περιμένω να συναντήσω κάποιον ξεχασμένο γνωστό, κάποιον παλιό φίλο να περιδιαβάζει στα βυθισμένα σοκάκια των παιδικών μου χρόνων, αλλά ποτέ δεν έρχεται κανείς. Όταν ξυπνώ, το όνειρο, όπως πάντα, μένει μαζί μου αρκετά. Όπου βλέπει το μάτι μόνο νερό. Οι νησίδες και οι σκόπελοι έχουν εξαφανιστεί. Ό,τι στον κόσμο ήταν πέλαγος έγινε θάλασσα, ό,τι θάλασσα, ωκεανός. Σκέφτομαι πως η Τζόις δεν θα ξαναδεί τις απέραντες χρυσές αμμουδιές, που τόσο της άρεσαν. Εγώ ανέκαθεν προτιμούσα τα βράχια. Μπορούσα να κάνω μακροβούτια, να εντυπωσιάζω τα κορίτσια της παρέας. Μου άρεσε να ψάχνω στις σπηλιές του βυθού κρατώντας την αναπνοή μου, να πιάνω χταπόδια. Η άμμος μέσα στο νερό δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, ατέλειωτη μονοτονία, όπως η έρημος στη στεριά. Κι έξω απ’ το νερό, κολλάει στο βρεγμένο σώμα, λερώνει. Κι όμως τώρα νομίζω πως θα μου λείψει. Όχι η άμμος. Θα μου λείψει να βλέπω την Τζόις να στρώνει την πετσέτα πάνω της, θα μου λείψει να βλέπω τον μικρό Στέπι να χτίζει τα κάστρα του εκεί που τέλειωνε το κύμα. Πόσα εκατομμύρια χρόνια θα περάσουν μέχρι κάποια Τζόις να ξαναστρώσει την πετσέτα της στην άμμο, πότε παιδικά χέρια θα ξαναφτιάξουν από βρεγμένους κόκκους εφήμερα κάστρα; Κανείς δεν ξέρει. Περίεργη είναι η θάλασσα. Γι’ αμέτρητους αιώνες θρυμμάτιζε υπομονετικά τους βράχους, και τώρα καταπίνει όσα δημιούργησε. Πιστεύω πως λυπάται γι’ αυτό. Ο φάρος βυθίζεται, τα νησιά τριγύρω χάνονται. Το πλεούμενο δεν φάνηκε να με πάρει. Ίσως κάτι να έτυχε, ίσως δεν χρειάζεται άλλο αυτός ο φάρος. Όμως άλλοι φάροι θα ανάψουν αλλού, τώρα που ο κόσμος έγινε υδάτινος. Οι γραμμές των πλοίων θα πληθαίνουν καθώς λεωφόροι και αεροδρόμια θα πνίγονται. Οι δρόμοι του εμπορίου θα αρχίσουν πάλι να διασταυρώνονται στη θάλασσα. Άνθρωποι θα κουνάνε μαντήλια στα λιμάνια, και οι φάροι θα είναι οι αυριανοί σηματωροί, οπουδήποτε αναδύεται λόφος ή κορφή στεριάς. Πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει στο στερέωμα τα τρία φώτα. Πάνω από τα σύννεφα ή ανάμεσα στ’ ανοίγματα που αυτά αφήνουν στον ουρανό. Δεν έρχονται, κι αυτό με βεβαιώνει πως τα είδα στ’ αλήθεια. Αν ήταν της φαντασίας μου θα επέστρεφαν, και θα ήταν ακόμα πιο λαμπερά. Σμήνη πουλιών περνούσαν όλο το απόγευμα. Ποτέ μου δεν έχω δει τόσα πουλιά. Έρχονταν από το νότο, τραβώντας προς το ίδιο σημείο, κάπου στο βορά. Θα πίστευα πως η μεταναστευτική τους πυξίδα τρελάθηκε και τα οδηγεί στον αφανισμό, αλλά η πτήση τους ήταν απαρέγκλιτη και οι σχηματισμοί τους σταθεροί, σαν να εκτελούσαν αποστολή. Μάλλον ακολουθούν νέες συντεταγμένες, οδηγούμενα σε καινούργιες στεριές. Ίσως να είναι κάτι που επαναλαμβάνουν κάθε μερικές χιλιάδες χρόνια, ο κόσμος πάντα ζούσε αλλαγές. Αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν είδη, ενώ εμείς σαν άτομα. Για πρώτη φορά δεν ξέρω τι είναι το καλύτερο. Τα ευχήθηκα καλό ταξίδι. Χάθηκαν στο βάθος του ορίζοντα σαν σύννεφο που απομακρύνουν με ταχύτητα οι άνεμοι. Τα τρόφιμα λιγοστεύουν. Ο φάρος δουλεύει ακόμα. Η βάρδια μου τέλειωσε, αλλά το πλεούμενο δεν ήρθε να με πάρει. Ξέρω πως δεν θα ‘ρθει και μου φαίνεται περίεργο που παρ’ όλα αυτά αγναντεύω τον ορίζοντα μήπως και το δω να φανεί. Ίσως γιατί πάντα πίστευα πως μόνο ό,τι ελπίζεις έρχεται, πως τίποτε δεν φτάνει εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Θα παραμείνω όσο ακόμα έχω τρόφιμα, και λειτουργεί ο φάρος. Μετά θα κατεβώ τα εξωτερικά σιδερένια σκαλιά, μέχρι τη βάρκα. Είναι εκεί και με περιμένει. Βρέχει και η θάλασσα αφρίζει. Χτυπά με δύναμη το φάρο, σαν να βαρέθηκε να τον έχει στα πόδια της. Δεν μπορώ να φτάσω τη βάρκα, θα με παρασύρουν τα κύματα. Όμως κάτι μου λέει πως αύριο η τρικυμία θα γαληνέψει και θα μπορέσω φύγω. Δεν ξέρω γιατί μου το λέει. Ίσως για να μου δώσει την ευκαιρία να αποχαιρετήσω το φάρο. Πράγματι, απόψε η θάλασσα είναι γαλήνια. Πρέπει να φύγω. Οριστικά. Το νερό έχει πλησιάσει στο δωμάτιο με τα μηχανήματα, σε λίγο θα το πλημμυρίσει. Ο φάρος είναι άχρηστος. Τίποτα δεν αναδύεται ως την επιφάνεια, για να απειλήσει τις καρίνες των παραπλανημένων πλοίων, εκτός από τον ίδιο, κι αυτό όχι για πολύ. Ούτε και που περνάνε πια πλοία, από τότε κανένα δεν ξανάδα. Εγώ όμως θα κάνω αυτό που πρέπει. Θα φορτίσω για μια τελευταία φορά τις μπαταρίες, το φως θα συνεχίσει να φέγγει στην ερημιά. Μετά θα μπω στη ξύλινη βάρκα και θα ξανοιχτώ στον ωκεανό. Δεν υπάρχουν οι δυο νησίδες για να σημαδέψω ανάμεσά τους, αλλά ξέρω πως πρέπει να ξεκινήσω έχοντας ακριβώς πίσω μου το μπροστινό μέρος του φάρου. Μπορώ τη νύχτα να διαβάζω τ’ άστρα, κι αν κάποιο πρωί βγει ο ήλιος θα μου φωτίσει με μια κόκκινη γραμμή τον αλμυρό δρόμο. Θα ταξιδεύω στρέφοντας πίσω μου, μέχρι να χαθεί το φως του φάρου, και μετά θα ατενίζω στο πρωραίο πουθενά, ώσπου να αντικρίσω στεριά. Το πιο παράξενο απ’ όλα είναι πως ενώ θα φεύγω, ταυτόχρονα θα στέκομαι έξω, ψηλά, στο μπαλκόνι του φάρου, με τα χέρια στηριγμένα στα κάγκελα, να με κοιτάζω καθώς θα απομακρύνομαι με το φτωχό πλεούμενο, μια ασήμαντη κουκίδα που χαράζει πρόσκαιρα την απεραντοσύνη.
|
Ο σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της
Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του
πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να
ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους,
λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές
του καιρού μας...


