| Μιχάλης |
| Πώς το ΄φεραν η μοίρα με τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή… |
| 17.04.2009 04:45:50 | |
|
Πώς το ΄φεραν η μοίρα με τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή…
Φτάνοντας στο 4ο έτος των σπουδών μου, κοιτάζω πίσω μου και διαπιστώνω ότι έχω αφιερώσει μήνες ολόκληρους και φαιά ουσία στη μελέτη κειμένων της Μεσαιωνικής Βυζαντινής λογοτεχνικής παραγωγής. Δεκάδες στίχοι του Θεοδώρου Προδρόμου, συνθεμένοι κατά παραγγελία της Ειρήνης της Δούκαινας, δουλικά αφιερωμένοι στον Ιωάννη και Μανουήλ Κομνηνό. Άλλοι τόσοι στίχοι της Άννας Κομνηνής, στους οποίους αυτάρεσκα και ματαιόδοξα περιγράφει τις χάρες και τις αρετές του Αλέξιου. Υπόθεση που πολύ λίγο με ενδιαφέρει, έπρεπε όμως να την φέρω εις πέρας στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών μου υποχρεώσεων. Έμαθα να προσεγγίζω την ποίηση του Σεφέρη υποκριτικά, αφού ποτέ το αμφιθέατρο δεν μου σύστησε την ποίηση του Έλιοτ. Να προσποιούμαι ότι βιώνω το περίφημο αυτό γόνιμο και δημιουργικό ξάφνιασμα διαβάζοντας το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, αφού ποτέ δεν έμαθα μέσα στο αμφιθέατρο να οικειοποιούμαι τις παγίδες γραφής του Τζόυς, να τις μεταστρέφω και να κερδίζω το στοίχημα ανάγνωσης, να ανταποκρίνομαι ως αναγνώστρια στο κάλεσμα του Κάφκα, όταν μου κλείνει το μάτι. Με άλλα λόγια έμαθα όχι να αναλύω, αλλά να διαλύω και να αποδομώ φιλάρεσκα και αυθάδικα το όποιο αίσθημα κάθαρσης, στο όνομα μιας σοβαρής ακαδημαϊκής προσέγγισης της ποιητικής μας παράδοσης. Να προσποιούμαι ότι δεν αντιλαμβάνομαι την ανάγκη ενός διαλόγου όχι με τα κείμενα της εθνικής λογοτεχνικής μας παραγωγής, αλλά πρώτιστα με τους Ευρωπαίους και μη προδρόμους τους.
Να ρισκάρουμε υποθέτοντας ότι αυτή η εμμονή του Πανεπιστημίου στη μελέτη της εγχώριας ποιητικής και πεζογραφικής παραγωγής οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι ποτέ δεν αποδεσμεύτηκε οριστικά από το αίτημα συγκρότησης μιας εθνικής λογοτεχνίας, έτσι όπως αυτό διατυπώθηκε πρώτη φορά ενάμιση αιώνα πριν; Κι έτσι να είναι τα πράγματα, γιατί αυτή η ποιητική παραγωγή στις ακαδημαϊκές διαλέξεις και σελίδες των φοιτητικών σημειώσεων σταματά στην Τρίτη Μεταπολεμική Γενιά; Τι υπάρχει από κει και πέρα; Υποθέτει ίσως αμήχανα ο φοιτητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ομαδική ποιητική σιγή-ελάσσονες ποιητές-ποιητική παραγωγή ανάξια λόγου. Κι όμως γεννιέται η απορία. Αν ο Αναγνωστάκης ύψωσε ποιητική φωνή για να συγκρουστεί πρώτιστα με ένα καθεστώς κατάφωρης παραβίασης των στοιχειωδέστερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών, αναδύεται ωστόσο μέσα από την ποίησή του μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Σήμερα λοιπόν που αυτό το καθεστώς στην εξωτερική θεσμική του έστω μορφή έχει αποκατασταθεί – αντικατασταθεί σωστότερα από ένα καθεστώς αποξένωσης, βαθιάς εσωστρέφειας και αλλοτρίωσης, η υπαρξιακή αυτή αγωνία κορυφώνεται. Πού είναι λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί οι ευαίσθητοι κοινωνικοί δέκτες –για τους ποιητές μιλώ- να προπορευτούν της εποχής και της γενιάς τους και να της δώσουν όραμα; Αυτή η απορία επανερχόταν επίμονα κάθε φορά που έβγαινα από το αμφιθέατρο, κάθε φορά που έκλεινα τις σημειώσεις μου. Πείστηκα λοιπόν πως πρόκειται για ομαδική ποιητική σιγή. Για ελάσσονες ποιητές. Για ποιητική παραγωγή ανάξια λόγου. Ώσπου έπεσα πάνω στην “Εισαγωγή στην Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία” όχι κάποιου καθηγητή μου στη φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης (της Θεσσαλονίκης του Πεντζίκη, των δημοτικιστών και των πρωτοποριακών λογοτεχνικών ρευμάτων) ή κάποιου Έλληνα μελετητή της λογοτεχνίας, αλλά ενός Άγγλου νεοελληνιστή, του Roderick Beaton και με αμηχανία διαπίστωσα πως η ποιητική παραγωγή μια και ενιαία, συνεχίζεται ως σήμερα με αξιόλογες μάλιστα καταθέσεις. Γιατί λοιπόν απαξιώνεται στο αμφιθέατρο αυτή η νεότερη ποιητική παραγωγή; Γιατί ο όρος “νεότερη”, παρωχημένος πια από την χρόνια χρήση έχει να κάνει με ποιητικές καταθέσεις 30 και πλέον χρόνων; Γιατί έχουμε συνθλιβεί κάτω από το βάρος του Κάλβου, του Παλαμά, του Ρίτσου, των οποίων η ποίηση έχει γίνει πια σχολικός πονοκέφαλος και ακαδημαϊκή ρουτίνα; Είχα πάντα, όχι αφελώς θέλω να πιστεύω, την πεποίθηση ότι το αμφιθέατρο είναι η μήτρα εκκόλαψης, το άσυλο για κάθε πρωτοποριακή ιδέα που ίσως να μη βρίσκει άμεση ανταπόκριση εκτός των θυρών του. Γιατί λοιπόν να’ναι το Πανεπιστήμιο που κωφεύει μπροστά στις εκκλήσεις για ανάσα νέων ποιητών που ασφυκτιούν και ασθμαίνουν κάτω από το βάρος των λευκών ελεφάντων, των ογκόλιθων του Καβάφη, του Σικελιανού, του Σεφέρη; Μήπως έχει δίκιο ο Μαρωνίτης όταν ισχυρίζεται ότι ο Ελύτης και ο Ρίτσος ξεπερνώντας τη γενιά τους, παρομοιάζονται με τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του; Ή μήπως είμαστε εμείς - καθηγητές, φιλόλογοι, κριτικοί, μαθητές, φοιτητές της λογοτεχνίας, εραστές της ποίησης και αναγνωστικό κοινό που βολευόμαστε σ’ αυτή τη κατάσταση ενδύοντάς τους εκβιαστικά και αδιαπραγμάτευτα τον μανδύα του “Ανυπέρβλητου Ποιητή των Αιώνων”; Έτσι όμως ράθυμα γραπωμένοι στα νύχια του “ένδοξου” ιστορικού και ποιητικού παρελθόντος πόσο εθελοτυφλούμε μπροστά στους σπασμούς και τα κελεύσματα του εύθραυστου και σχεδόν διάτρητου ποιητικού παρόντος; Κλείνοντας θα συμφωνήσω με τη ερώτηση – θέση που διατυπώνει η Νόρα Αναγνωστάκη: “Αν οι ποιητές είναι οι εκτιμητές του χρόνου, ο κριτικός τι παριστάνει; Τον εκτιμητή των εκτιμητών του χρόνου”; Και προσθέτω: οι φιλόλογοι, οι καθηγητές και οι φοιτητές της λογοτεχνίας τι παριστάνουν; Τη θεραπαινίδα του εκτιμητή των εκτιμητών του χρόνου;
Έλλη Ευαγγελίδου-Τελειόφοιτη φοιτήτρια Νεοελληνικού, Α.Π.Θ. Για την αντιγραφή, Μιχάλης Ευαγγελίδης
Tags: Ποίηση | Λογοτεχνία
|
Ο σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της
Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του
πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να
ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους,
λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές
του καιρού μας...

