|
| Mια μέρα πριν την μεγάλη φωτιά |
| 31.05.2010 09:03:35 | |
|
MIA MEΡΑ ΠΡΙΝ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ
ΦΩΤΙΑ *
Ένα θεατρικό αναλόγιο
Τον
Αύγουστο του 1985 παραμονές Δεκαπενταύγουστο ένας πνευμονολόγος από την Κρήτη, που ασχολήθηκε
με την φυματίωση επισκέπτεται το Σανατόριο Καβάλας, που στην εποχή
του ήταν πρωτοποριακό και υποδειγματικό
και συνομιλεί με έναν ντόπιο φίλο του που αναλαμβάνει να
τον ξεναγήσει . Όμως την επομένη ημέρα γίνονται μάρτυρες της μεγάλης πυρκαϊάς που κατέκαψε το περιαστικό δάσος της Καβάλας και κόντεψε να αφανίσει και το παλιό Σανατόριο,
που σώθηκε την τελευταία στιγμή .
Αφηγητής Α. Πήγαμε στα πευκάκια και καθήσαμε πάνω σε
μιαν ορθογώνια πέτρα στημένη πλαγιαστά απέναντι στη δύση και μπροστά μας ήταν ένα ξέφωτο στρωμένο με πευκοβελόνες και πατημένες καμπιοσακκούλες και μακριά φαινόταν η θάλασσα , ήσυχη και ακίνητη ,
μπορεί νάταν και ταραγμένη ,όμως ήταν πολύ μακριά και φαινόταν γαλήνια .
Αφηγητής Β. Ξάπλωσα κι εγώ καταγής κι έχωσα το πρόσωπο στις πευκοβελόνες ,που έβγαζαν μια βαριά μυρωδιά και μια σαύρα στην ρίζα της πέτρας μου έριχνε παγερές ματιές. Δεν ήταν κακία,
μα δυστυχία απάντησα .Υστερα πέρασε η
ώρα και τα πεύκα βογκούσαν καθώς ο αέρινος πόνος διαπερνούσε το κορμί τους . Τα δέντρα χειρονομούν ατελείωτα και
μιλάν πράσινες λέξεις . Στο βάθος χαμένο το Σανατόριο. Παλιό, με την
σοφία του χρόνου διακριτή επάνω του, στα μάτια
μου φάνταζε ένα ερειπωμένο κτίσμα που αφηγείτο την δική του ιστορία .
Αφηγητής Α. Ο χρόνος είναι καλοκαίρι , πριν από την μεγάλη πυρκαϊά του 1985. Μπαίνουμε μέσα με την κρυφή ελπίδα να αντικρίσει ο γιατρός φθισικούς. Γιατί περίμενε, είχε
μια μεγάλη αδημονία να δει φθισικούς καπνεργάτες από την δεκαετία του 1930 , αδύνατους , με φλέβες εξογκωμένες , μπλε φίδια πάνω στα μπράτσα τους και τα στρεβλωμένα από τα βάρη πόδια τους , καμάρες ανοιχτές όχι για να καβαλούν άνετα ,αλλά από τους όγκους που σήκωναν για τη
μεταφορά των δεμάτων του καπνού μέσα κι έξω , πάνω στους αραμπάδες και τα φορτηγά πλοία.
Αφηγητής Β. Νόμιζα πως θα τους έβλεπα μπροστά μου. Αδύνατους ,
έτοιμους να καταρρεύσουν , με εκείνο
το γυαλιστερό βλέμμα που δεν θέλει να πεθάνει και
ικετεύει για ζωή. Πώς να αποχωριστείς σκηνές , όταν το
ανθρώπινο σώμα αφηγείται χωρίς να μιλά , μόνο με τον βουβό πόνο και το άγγιγμα του επερχόμενου τέλους . Θα τους έβλεπα να απλώνουν χέρια και να μας καλούν «πάρτε μας από εδώ , θέλουμε να ζήσουμε , όλοι μας πετάνε, μας αναθεματίζουν
.» Σαν διασωσμένους , βασανισμένους από
το σαράκι . Ηθελα να δω το σώμα τους . Κεντημένο από την ασθένεια , βασανισμένο από την αιμόπτυση .
Αφηγητής Α. Τους έφεραν εδώ γιατί όλοι τους έδιωχναν .Μερικοί πριν γίνει το Σανατόριο ζούσαν σαν αγρίμια στα βουνά εδώ γύρω . Κυνηγημένοι από τους συγγενείς τους, ακόμη κι από τις συζύγους τους. Να μην τους κολλήσουν. Ζητιάνευαν σε άγνωστα χωριά, που όταν τύχαινε να μάθουν για την φθίση τους, έπαιρναν τσουγκράνες και αξίνες και τους χτυπούσαν .Μοναδικό τους καταφύγιο το βουνό , μερικοί πέθαιναν εδώ γύρω . Χωρίς φαί και χωρίς φάρμακα πώς να επιζήσεις ; Μόλις ένιωθαν το θάνατο να πλησιάζει αναζητούσαν
σπηλιές και κόχες , βράχια που
σχημάτιζαν αθέατες γωνιές κι έτρεχαν να κρυφτούν εκεί μέσα , να προφυλαχτούν , να μην τους βρουν εύκολα , να σκεπάσουν το λείψανό τους .
Ο θάνατος είναι άγριος κι ο άνθρωπος
και τα ζώα όταν τον εννοήσουν κρύβονται
.
Αφηγητής Β. Ηταν λοιπόν η ανάγκη που ίδρυσε το Σανατόριο . Ξέρεις δεν παραξενεύομαι καθόλου που το ακούω αυτό . Γιατί τα σανατόρια τότε γινότανε για να μπούνε μέσα οι άρρωστοι ,
προς όφελος των ανθρώπων, που ζούσανε έξω. Προς όφελος των
υγιών .Ηταν μια απομόνωση. Ωστόσο το
δικό σας Σανατόριο ιδρύθηκε πρώιμα για μια επαρχιακή πόλη, όπου το κράτος δεν ίδρυσε παρόμοιο ίδρυμα και είναι σχετικά μεγάλο σε όγκο . Θα το ζήλευε η Αθήνα κι η Θεσσαλονίκη .
Πρωτοποριακό για την δεκαετία του 1930. Με ογδόντα και πλέον κλίνες για φυματικούς .
Αφηγητής Α. Μην ξεχνάς ότι στη διάρκεια του
μεσοπολέμου η Καβάλα ήταν το τρίτο βιομηχανικό κέντρο της χώρας μετά την Αθήνα και την
Θεσσαλονίκη . Εχει εργατικό δυναμικό από όλη την περιφέρεια και πολλούς πρόσφυγες , φτηνά εργατικά χέρια. Ο πληθυσμός της μετά την καταστροφή του 22 σχεδόν διπλασιάστηκε. Οι ξένοι καπνεμπορικοί οίκοι έσπευδαν να εξασφαλίσουν τα καπνά της .
Αφηγητής Β. Όμως και ενώ το κράτος απουσιάζει και
η μέριμνα είναι απούσα …
Αφηγητής Α. Τι να σου κάνει το
κράτος. Πολεμούσε για να απελευθερώσει τα εδάφη του χρόνια . Ακριβώς εκατό χρόνια . Εκατό χρόνια ,όχι
μοναξιάς ,αλλά αίματος . Και στη συνέχεια να έχει να διασώσει δύο εκατομμύρια πρόσφυγες για να μην χαθούν από την πείνα και
τις ασθένειες.
Αφηγητής Β. Το ελληνικόν θαύμα ,όπως έλεγε και ο Αμερικανός πρόξενος Μοργκεντάου. Πως ένα κράτος τόσο φτωχό και καθημαγμένο κατάφερε να ενσωματώσει με τον πιο θαυμαστό τρόπο τόσους πρόσφυγες; Σα να έστελνες σήμερα στις Η.Π.Α. 75 εκατομμύρια πληθυσμό επί
πλέον. Θα γινόταν επανάσταση.
Αφηγητής Α. Η φυματίωση ήταν διαδεδομένη στην Καβάλα σε μεγάλο βαθμό, λόγω της καπνεργασίας . Την ευνοούσε το υγρό περιβάλλον εργασίας στα καπνομάγαζα. Στις μεγάλες σάλες επίσης συγχρωτίζονταν πολλοί καπνεργάτες , τόσο κοντά.
Διέμεναν σε άθλιες συνθήκες στις στενές συνοικίες της πόλης αντάμα όλοι μαζί , εργάτες και πρόσφυγες.
Συχνά σε ένα μικρό δωμάτιο οικογένειες ολόκληρες.
Αφηγητής Β. Συνεπώς για να κτιστεί τούτο το κτίριο θα υπήρξε κάποιος ευεργέτης .
Αφηγητής Α. Σε αντίθεση με το Γηροκομείο και άλλα ευαγή ιδρύματα δεν υπήρξε μεγάλος ευεργέτης . Ο Θεόδωρος Πουλίδης
διέθεσε τα χρήματά του στο Γηροκομείο . Εδώ βοήθησε πολύ η
αλληλεγγύη των καπνεργατών ,που από το
υστέρημά τους έδιναν χρήματα και
βοηθούσαν με την εργασία τους για να κτιστεί το Σανατόριο . Και βεβαίως η ιατρική κοινότητα της Καβάλας ,που ήταν ιδιαιτέρως ευαισθητοποιημένη για τα
προβλήματα της εποχής της και συντέλεσε όσο κανείς στο κτίσιμο του νοσοκομείου .
Θα δεις τα ονόματά τους στην αναθηματική πλάκα στην είσοδο του κτιρίου . Εξ άλλου το κτίσμα ανήκει στην Ιατρική εταιρία Καβάλας .
Αφηγητής Β. Σκέψου ότι το 1930 η
θνησιμότητα στην Ελλάδα ανά 10.000 κατοίκους ήταν της τάξεως του 16
με 17% .
Αφηγητής Α. Στην Καβάλα φαντάζομαι ότι θα ήταν μεγαλύτερη
από το 17% . Αυτό σημαίνει πανικός για την τοπική μας κοινωνία. Εδώ σήμερα με μια γρίππη σημαίνει πανδημία και η
διασπορά στον πληθυσμό δεν είναι ούτε τόσο μεγάλη , ούτε τόσοι θάνατοι σημειώνονται
.
Αφηγητής Β. Η θειά
μου ήταν φυματική. Ο πατέρας μου αφηγούνταν πως την είδε μετά το στρατιωτικό του .Ξέρεις υπηρέτησε για χρόνια εδώ στην Μακεδονία . Καβάλα , Δράμα , Σέρρες . Εφυγε κι έλειπε για
καιρό. Που να κατέβει στην Κρήτη με
άδεια. Μόλις τον είδε τον έβαλε να καθίσει σ' ένα σκαμνί δίπλα της. Τον
αγαπούσε , Αυτή τον μεγάλωσε. Και του 'πε.
-
Γιάειντα, παιδί μου, ήρθες; Για να με βρούνε κι άλλα βάσανα; Δε φτάνουν τα όσα
'χω συρμένα κι όσα σύρνω;
-
Ήμαθα πως είσ' αρρωσταρά. Ήθελες να μην έρθω; Δίστασε ν' αποκριθεί, έπειτα
έβαλε προσπάθεια για να πει:
-
Δεν ήθελα... δεν έκανε να 'ρθεις.
Της
έκοψε τη φωνή ο βήχας. Έπειτα είπε:
-Ντα
μπορώ 'γω να θέλω ό,τι πεθυμώ;... Μα καλά ήκαμες, Γιωργή μου, κι ήρθες. Καλά
'καμες κιόλας κι ήρθες νύχτα, να μη δεις πώς έχω καταντήσει.»
«...
Και μπορώ 'γω να θέλω το κακό σου; Είντα μεγάλες αμαρτίες έχω, που δεν τσι
κατέχω, απού 'ναι θάνατος για μένα και για κείνους π’ αγαπώ και μ' αγαπούνε! Πρέπει να μ'
αποφεύγουνε και να με φοβούνται όλοι, ακόμη κι η μάνα που μ' εγέννησε, και ν'
αποθάνω έρημη.
-
Εγώ δε φοβούμαι, Βαγγελιό, της είπε. Και ήταν ειλικρινής.
-
Σε πιστεύω, μα δε φοβάσαι συ, εγώ φοβούμαι. Να γενώ αφορμή ν' αρρωστήσεις και
τέτοια αρρωστιά; Θεός φυλάξει, καλύτερα ν' αποθάνω εγώ δέκα θανάτους. Κι εκειά
που θα πάω, δε θα βρω ποτέ ανάπαψη. Εγώ θέλω, παιδί μου, να ζήσεις και να
καλοπεράσεις τη ζωή σου. Μόνο τότε θα 'μαι κι εγώ χαρούμενη στον άλλο κόσμο.
Εγώ ένα πράμα θέλω από σένα, να με θυμάσαι. Να θυμάσαι μια άχαρη κοπελιά, που
σ' αγάπα και θα πάρει την αγάπη της και στον άλλο κόομο. Γι' αυτή μου την αγάπη
δε θέλω και να 'ρχεσαι κοντά μου. Να περνάς πότε πότε να σε θωρώ απ' αλάργο,
ναι, και μόνο τσι μέρες που θα πας στη χώρα να 'ρθεις να μ' αποχαιρετήσεις.
Ποιος κατέει, α θα ξαναδωθούμε;»
Αφηγητής Α. Το στίγμα. Το φοβερό και τρομερό στίγμα . Που χαράκωνε ζωές κι απομόνωνε ανθρώπους . Όχι
πως σήμερα δεν υπάρχει, αλλά τότε οι
κοινωνίες ήταν πιο πρωτόγονες δεν
υπήρχε οργανωμένη περίθαλψη και υγεία . Σήμερα το στίγμα δεν είναι στη φυματίωση, είναι αλλού .
Αφηγητής Β. Το στίγμα είναι ασθένεια κοινωνική και δεν έχει να κάνει τόσο με την
ιατρική. Είναι ασθένεια της κοινωνίας. Οσο υπανάπτυκτη είναι μια κοινωνία τόσο
πιο διαδεδομένη είναι διάκριση και το
στίγμα διαχέεται .
Αφηγητής Α. Τώρα που μιλάμε για στίγμα και στρατό . Ξέρεις πόσες κοπέλες στιγματίσθηκαν από την παρουσία του στρατού στα μέρη μας. Και σπεύδω
να εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ. Πόσες κοπέλες εγκαταλείφθηκαν από αξιωματικούς και
στρατιώτες, από εργαζόμενους και ιδιώτες που δούλευαν με τον στρατό και για χρόνια έδιναν ζωή στα μέρη μας . Εμειναν μόνες και ανύπαντρες , περιμένοντας τον νυμφίο τους καβάλα στο πάλευκο άλογο της
νιότης . Κανείς δεν τις καταδέχτηκε και τους έμεινε η ρετσινιά της γεροντοκόρης .
Αφηγητής Β. Τις ξέρω αυτές.
Τις είδα να σβήνουν πίσω από τα έρημα στενά των μικρών κωμοπόλεων , να χάνονται σε άδεια , σχεδόν ακατοίκητα σπίτια .Κάθε μέρα γίνονταν πιο αδύνατες, πιο
μυτερές στο πρόσωπο. Κάθε φορά πού ήθελαν να ανεβούν τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια
απ' την κουζίνα, πού ήτανε στο υπόγειο, ως τη χωματένια την αυλή, σταματούσαν
κι ακουμπούσαν και τα δυο τους τα χέρια
στα γόνατα, για να πάρουν ανάσα ή μύτη τους κέρωνε και τα ρουθούνια τους ανοιγοκλείνανε σαν τίς φτερούγες μιας άσπρης
πεταλούδας. Ήταν αλήθεια λίγο ψηλά τα σκαλοπάτια, μα τόσο λαχάνιασμα πάλι!
Εφταιγε η αρρώστια ,αλλά δεν την αναφέρανε . Κι ολοένα ανεβοκατέβαιναν απ' την αυλή στην κουζίνα κι από την κουζίνα στην αυλή, για να ξεπλύνουν το μπρίκι του καφέ και τα κουταλάκια , για να τρίψουν τα κατσαρολικά , για να κάνουν την λάτρα του
σπιτιού . Και σαν μπαινόβγαιναν κουράζονταν πολύ και κρύβονταν για να βογγήξουν . Στα
κρυφά για να μην
τις δουν να σέρνονται, στραγγίζοντας στα
πόδια τους, ,χωρίς να θέλουν να τ' ομολογήσουν ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό. Να
μην παραδεχτούν πως ήταν άρρωστες γιατί τότε θα πήγαιναν χαμένες .
Αφηγητής Α. Τι δίναν οι γιατροί τότε; Με τι φάρμακα πολεμούσαν την
φυματίωση;
Αφηγητής Β. Στην λαϊκή συνείδηση έμεινε το πικρό φαρμάκι από τις κόκκινες σταγόνες πριν το φαγητό και τα μαύρα χάπια για το σίδηρο. Δυναμωτικά όλα αυτά .
Αφηγητής Α. Να σου διαβάσω από την κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου τι διέταξε ένας συνάδελφός σου εκείνα τα χρόνια σε μια νεαρά
φυματική : Λοιπόν διέταξε να της
δίνουν κάθε τόσο ζουμί από κρέας κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε ζεστές μποτίλλιες στα πόδια , έγραψε κάτι
άσπρα χάπια μικρούτσικα για την καρδιά , να παίρνει τρία την ημέρα , είπε να πάρουν αιθέρα να ΄χουνε στο σπίτι ,αν τύχει να πάθει καμιά λιγοθυμιά , να την σκεπάζουν καλά και ν΄αφήνουν το παράθυρο ανοικτό ίσαμε που να πέσει ο ήλιος ,
να της βράσουν κίνα με βαλεριάνα να πίνει τακτικά δύο φορές την ημέρα.Α και για τη νύχτα σαν δεν την πιάνει ο ύπνος έγραψε κάτι σκονάκια υπνωτικά σουλφονάλ να παίρνει από ένα στις οκτώ η ώρα για να την παίρνει ο ύπνος .
Αφηγητής Β. Μιλάς για την αρχή του αιώνα;
Αφηγητής Α. Ακριβώς . Ηταν το 1908 στην Αθήνα . Αλλά αφού μιλάμε για λογοτεχνία θα σου θυμίσω ένα βιβλίο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου ,όπου η ασθένεια της εποχής θερίζει ελπίδες και
ψυχές νεανικές . Είναι η
Αστροφεγγιά και μπορεί να το θυμάσαι από ένα καλογυρισμένο σίριαλ της κρατικής τηλεόρασης. Θυμάσαι τον Αγγελο Γιαννούζη και τον Πασπάτη; Νομίζω ότι ο Αντώνης Καφετζόπουλος υποδυόταν τον Γιαννούζη και ο Αρης Ρέτσος τον Πασπάτη. Ηταν πριν από πέντε χρόνια θαρρώ , δηλαδή γύρω στο ογδόντα από την ΕΡΤ. Ακου λοιπόν τι
γράφει :
Από
τη διπλανή κάμαρη ερχόταν ένας σιγανός, ξερός βήχας.
-
Νομίζω, πώς είναι φθισική, θα μας πάρει όλους στο λαιμό της εδώ μέσα, είπε ό
Πασπάτης. Ξέρεις, δυο μήνες και περισσότερο μου έκανε τα γλυκά μάτια. Αυτοί οι
φθισικοί έχουν ασυγκράτητο ερωτισμό. Το διάβασα σ΄ ένα χειρόγραφο τις
προάλλες. Εγώ έκανα, πώς δεν κατάλαβα τίποτε. Τι τα θέλεις, παιδί μου! Κάτι
τέτοια μπορεί να σε φάνε - κ' υστέρα πάνε χαμένοι κ' οι κόποι σου και τα βάσανα σου.
-
Ποια είναι; ρώτησε ο Γιαννούζης.
-
Δεν την είδες ποτέ σου; Δουλεύει σε βιβλιοδετείο. Διπλώνει φύλλα. Χιλιάδες
τυπογραφικά τη μέρα περνούν από τα χέρια της. Οσο κιτρινίζει, τόσο πιο πολύ
βάφεται. Το μούτρο της είναι σαν πασπαλισμένο με γύψο. Ασπρη σαν πεθαμένη,
άσπρη καί ρόδινη. Τα μάτια της χώθηκαν μέσα.
-Και
δε φεύγεις από δω χάμου; είπε ό Άγγελος, θ’ αρρωστήσεις και συ.
-
Όχι, αυτή πρέπει να φύγει, αποκρίθηκε ο Πασπάτης. Μαζευτήκαμε και το φωνάξαμε
στη νοικοκυρά. Στο τέλος, θα πάμε στην αστυνομία. Ν’ απολυμάνουν και την
κάμαρη. Αν και δεν κατάλαβα νάχει πτύελα. Νομίζω, πώς βήχει μονάχα. Νάξερε πώς
την παρακολουθώ! Με την πρώτη ροχάλα, έξω από το σπίτι!
Οι νότες του πιάνου κυλούσαν ολοένα κρυστάλλινες
μέσα στην κάμαρη.
-
Είναι μονάχη; ξαναρώτησε ό Γιαννούζης.
-
Ζει με τη μάνα της, είπε ο Πασπάτης. Μόλις άρχισε ο καυγάς για το «αυγουλάκι»,
κατάλαβα. Χρυσή την έκανε να το φάει, εκείνη τίποτα. Δεν της αρέσουν τ' αυγά,
έλεγε καί ξανάλεγε. Κ' ένας θεός ξέρει, πώς το κονομάνε αυτό το καθημερινό
«αυγουλάκι».
Αφηγητής Β. Είναι λάθος που η φυματίωση ταυτίστηκε με το ρομαντισμό . Δεν
είναι καθόλου ρομαντική ασθένεια και
κυρίως δεν ταυτίζεται ούτε με το πάθος ,
ούτε με την έμπνευση , ούτε με τις εξάρσεις. Κι αν κάποιοι από τους ρομαντικούς ελκύονταν από το θάνατο ίσως να είχαν επιλέξει λάθος τρόπο θανάτου . Η ασθένεια είναι συμβεβλημένη με την φτώχεια , την έλλειψη σωστής διατροφής , την δύσκολη και επίπονη εργασία και την εξασθένιση του οργανισμού
.
Αφηγητής Α. Μπορώ να μιλήσω
για την γενιά του μεσοπολέμου ,που είχε συνδεθεί με τους καταραμένους συμβολιστές της Γαλλίας κυρίως και
εμπνέονταν από την ζωή τους στις εσχατιές των μητροπόλεων . Κώστας Ουράνης , Ναπολέων Λαπαθιώτης , Κώστας Καρυωτάκης , Τέλλος Αγρας , Μήτσος Παπανικολάου , Μαρία Πολυδούρη
. Ολοι αυτοί ίσως πεπλανημένα να πίστευαν ότι η ασθένεια αγγίζει επιλεκτικά άτομα με προδιάθεση να
προσβληθούν λόγω ιδιοσυγκρασίας και
χαρακτήρα , ίσως και λόγω κληρονομικότητας . Και με την λογική αυτή απευθύνονταν σε μια φθισική όπως ο Κώστας Ουράνης με τα εξής λόγια .
Ώ! Σ' αγαπώ έτσι άρρωστη κι ωχρή και
λυπημένη,
είσαι για μένα εκείνο που πεθαίνει
άκλαυτα, αργά και μυστικά.
Είσαι ως μια χίμαιρα που σβήνει σ' ένα
μάτι
σαν το θολώνει η δυστυχία,
όμοια με ίσκιο μορφής που κοιτάζεται
σε νερά που το δείλι ελούστη.
Είσαι σαν ένα σύγνεφο κι εσύ -και σ'
αγαπώ-,
σαν ένα σύγνεφο που σβήνει αγάλια,
προδοτικά, από κάποιον άνεμο λιγόπνοο,
πριν φτάσει ως της μπόρας τα πελάη...
Ώ! Σ' αγαπώ έτσι άρρωστη κι ωχρή και
λυπημένη.
Είσαι σα μια μορφή που ξεψυχάει,
από το χρόνο τυλιγμένη, στην καρδιά,
σαν το χινόπωρο που σβεί ρεμβά στη φύση,
σαν ένας ήλιος που πάει να δύσει
Ώ! Σ' αγαπάω τρελά και κολασμένα,
με κάποιο λίγωμα που φέρνει ρίγη, ,
τέτοια που νιώθει ένας μέσ' τον ύπνο
του,
όταν στο σώμα του γλιστράει κάποιο φίδι.
Και σ' αγαπάω, γιατί μονάχα εσύ μου
δίνεις
την ηδονή, μέσ' στ' άταχτο σου το
κρεβάτι, που μεθάει
όπως ο λύχνος που φωτίζει μας λαμπρότερα
εκείνες τις στιγμές που ξεψυχάει…
Αφηγητής Β. Νομίζω ότι αυτά ήταν υπερβολές μιας γενιάς
,που ένιωσε χαμένη , ακριβώς γιατί έζησε στο μεταίχμιο δυο εποχών.
Νομίζω ότι η φθίση , η φυματίωση στο
έργο των πολιτικών συγγραφέων ,όχι μόνο απαραίτητα των στρατευμένων , απέκτησε τις σωστές της διαστάσεις που την συνέδεαν με τη φτώχεια , την έλλειψη πόρων και την συμφορά .
Αφηγητής Α. Δεν είναι μόνο οι Ελληνες είναι και οι ξένοι λογοτέχνες ,που ασχολήθηκαν με την φυματίωση με τρανό παράδειγμα τον νομπελίστα Τόμας Μάν, που στο εμβληματικό του έργο « Μαγικό Βουνό» τοποθετεί την δράση
του σε ένα σανατόριο των Αλπεων στην Ελβετία , χώρα στην οποία κατέληξε κι αυτός ,μετά την αντίθεσή του στον ναζισμό .
Αφηγητής Β. Κοντά στον Τόμας Μαν που έγραψε για την φυματίωση μπορούμε να προσθέσουμε τον Φράντς Κάφκα , τον Αντον Τσέχωφ , τον Τζορτζ Οργουελ. Αλλά και στην τέχνη και τα εικαστικά πολλοί ζωγράφοι έχασαν την ζωή τους από την φυματίωση με κορυφαίο τον Ιταλό Αμεντέο Μοντιλιάνι ,που πέθανε σε ηλικία μόλις 36 χρονών .
Αφηγητής Α. Πολλοί ονειρεύονταν να
πάνε στην Ελβετία σαν τον Τόμας Μάν. Ηταν προορισμός αιχμής για τους φυματικούς ,αλλά ελάχιστοι Ελληνες είχαν τα χρήματα να το κάνουν . Η Ελβετία ήταν πανάκριβη , τα έξοδα υπέρογκα . Ακούγαν για το
Νταβός και φαντάζονταν ένα μέρος απαίσιο και τραγικό , την έβλεπαν
σαν μια πολιτεία του πόνου και του θανάτου κι όσοι είχαν την πολυτέλεια να το επισκεφτούν οι άλλοι τους οικτίραν .
Αφηγητής Α. Αλλά και στην Μποέμ του Πουτσίνι στο Παρίσι και την Μονμάρτη , με τους εκατοντάδες ανέστιους και πάμπτωχους καλλιτέχνες η
Μιμί σβήνει στα χέρια του ποιητή Ροντόλφο από την φυματίωση και λίγο πριν πεθάνει μας καταθέτει μια από τις πιο γνωστές
και δραματικές στιγμές της όπερας. Καθώς πεθαίνει παρηγορεί τον Ροντόλφο
λέγοντάς του « Kλαίς ; Είμαι καλά . Μην κλαις έτσι .
Εδώ αγαπημένε …μαζί σου για πάντα . Τα χέρια μου …η
ζεστασιά ….βυθίζομαι…»
Αφηγητής Β. Οι ρεμπέτες της Ελλάδας μετά την μικρασιατική καταστροφή καθώς συνωστίζονταν
στα προσφυγικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αναγκαστικά ζούσαν φτωχικά σαν την ηρωίδα του Πουτσίνι και
μέσα στις παραισθήσεις και την πείνα. Σαν να τους ακούω να παραπονούνται :
Μάνα
μου το στήθος μου πονεί κι αναστενάζω
Τούτονε το χρόνο ,μάνα , δεν το βγάζω ,
Μάνα
μου μού τόπαν οι γιατροί πως έχω φθίση
Αχ,
αυτός ο έρημος ο βήχας θα με πνίξει .
Αφηγητής Α. Αλλά και στον
παλιό ελληνικό κινηματογράφο αφθονούν οι σκηνές με τους φθισικούς , ειδικότερα μέχρι το τέλος
του 1950 ,οπότε και η νόσος συναντάται στην χώρα.
Αφηγητής Β. Η Ελλάδα σύντομα θα εξελιχθεί κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 και θα ενταχθεί στις ανεπτυγμένες χώρες ,όπου το ποσοστό είναι της τάξεως του 5% , ποσοστό εξαιρετικά μικρό που δεν οδηγεί πια σε επιπλοκές και θάνατο .
Αφηγητής Α. Αν και ορισμένο νομοί στην Βόρεια Ελλάδα
,όπως η Ροδόπη και οι Σέρρες διατηρούν υψηλό ποσοστό φυματίωσης σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ελλάδα κυρίως τη νησιωτική ,όπου το ποσοστό είναι μηδενικό .
Αφηγητής Β. Και φαντάζομαι ότι η μοίρα αυτού του θεραπευτηρίου θα ήταν καθοδική. Μέχρι πότε λειτουργούσε
;
Αφηγητής Α. Πριν την μετατροπή του το 1982 σε τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας το Σανατόριο σχεδόν υπολειτουργούσε ,αν και συγκέντρωνε ασθενείς από την ευρύτερη περιοχή . Ωστόσο ήταν αριθμητικά λίγοι .
Αφηγητής Β. Κι όμως ήταν το δικό σας Νταβός . Ψηλά στο βουνό , και σε ικανοποιητικό υψόμετρο, σε τοποθεσία προστατευμένη, μέσα στο δάσος ,που από το 1928 , όταν ξεκίνησε η πρώτη οργανωμένη αναδάσωση και μετά αναπτύσσεται ομαλά , κοντά ,αλλά όχι μέσα στην πόλη .
Αφηγητής Α. Και το δικό μας βουνό είναι προστατευμένο από τις ομίχλες . Σπάνια θα
δεις το όρος Σύμβολο σκεπασμένο με ομίχλη
. Μετρημένες ημέρες το χρόνο.
Κατεβήκαμε με το σούρουπο από το βουνό με τα πόδια . Η πόλη κάτω ξάπλωνε σε ροζ
σεντόνια της δύσης και την θάλασσα αυλάκωναν τα πορθμεία από την Θάσο . Μετέφεραν τουρίστες , το νησί βούλιαζε από κόσμο κι η μουσική από τα παραθαλάσσια μαγαζιά άρχισε να ακούγεται ως εδώ πάνω . Τίποτα δεν προμήνυε την μεγάλη καταστροφή που θα
έπνιγε σε λίγο την πόλη .
Η φωτιά , η κόκκινη λαίλαπα σιγόκαιε από μέρες από την πλευρά της Παλιάς Καβάλας και κανείς δεν υπολόγισε ότι με την ευνοϊκή φορά του ανέμου οι φλόγες θα έζωναν
την πόλη τόσο γρήγορα και τόσο αιφνιδιαστικά . Ηταν και
το δάσος γερασμένο είπαν κατόπιν και έπιασε γρήγορα φωτιά .
Όταν είδαμε τις φλόγες να ξεπηδάν γύρω- γύρω στο βουνό ανεβήκαμε στο Σανατόριο .
Οι γιατροί και οι ασθενείς ήταν ανήσυχοι . Σε λίγο δόθηκε εντολή να απομακρυνθούν όλοι και να εκκενωθεί το κτίριο . Επικράτησαν σκηνές πανικού , αλαλαγμοί ,φωνές
, κραυγές , εντολές και οδηγίες . Οσο μπορέσαμε βοηθήσαμε .
Όταν έφυγαν οι ασθενείς ο φίλος μου δεν έστεργε να φύγουμε .
Φώναζε
:
-Δεν
πρέπει να αφήσουμε να καεί το Σανατόριο ,να χαθεί η ιστορία του να σβήσουν τα σημάδια του . Πρέπει να βοηθήσουμε , πρέπει να λάβουμε μέτρα .
Πιο εκεί οι πυροσβέστες με τους στρατιώτες διεύρυναν την αντιπυρική ζώνη . Εκοβαν ξύλα , και δέντρα ,
αποψίλωναν την γύρω περιοχή Τα πεύκα έγερναν μέσα στο νοσοκομείο , το περικύκλωναν από παντού .
Θα μπορούσαν να μεταφέρουν την φλόγα και να το κάψουν . Ζημιές ανυπολόγιστες .
Δεν υπήρχε χρόνος για να μετακινηθεί
τίποτα . Το Σανατόριο θα έμενε παραδομένο
στις φλόγες με πλήρη εξάρτηση και εξοπλισμό .
Πήγαμε μαζί τους και τους βοηθήσαμε . Η φλόγα πλησίασε τα μεσάνυχτα . Ηταν τεράστια και
απειλούσε να μας καταπιεί . Με μάνικες βρέχαμε την περιοχή για να την καταλαγιάσουμε , να μην
μπορεί να πεταχτεί και να μεταδοθεί στο κτίριο . Ο αέρας την ευνοούσε , η πόλη ήταν βορά στο τεράστιο μέτωπό της . Το
κατάξερο δάσος υπέκυπτε σε ριπή οφθαλμού και καιγόταν τόσο εύκολα και τόσο υποβλητικά .
Είναι αλήθεια ότι φοβόμουν και τον τραβούσα από το χέρι .
-Γιατρέ
πάμε να φύγουμε , κάναμε ότι μπορούσαμε .
-Όχι
δεν θα πάμε πουθενά . Θα το σώσουμε. Εχουμε καθήκον να το σώσουμε . Για τις
επόμενες γενιές , για όσους σώθηκαν εδώ μέσα , για όσους αγωνίστηκαν .
Εμεινε μέχρι το επόμενο πρωί ,ενώ εγώ γύρω στις δύο το πρωί έφυγα καταπονημένος και δακρυσμένος .
Νόμιζα ότι η φωτιά θα καταπιεί όλη την πόλη και κατέβαινα προς τη θάλασσα για να σωθώ .
Τον είδα μετά από ένα εικοσιτετράωρο
και μια λάμψη ικανοποίησης ακτινοβολούσε στα μάτια του.
-Βοήθησε
ο άγιος Θεράπων και το σώσαμε . Ευτυχώς
δεν κάηκε . Το δάσος θα το ξαναφτιάξουμε.
Κι εκεί ανάμεσα στην ικανοποίηση και την χαρά ένα δάκρυ κύλησε πάνω στην καμένη γη .
* Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε μετά από παρότρυνση της φίλης μου ιατρού πνευμονολόγου Σταυρούλας Μπουσμουκίλια για να αναγνωσθεί στην εκδήλωση της πνευμονολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας ,
στην οποία προϊσταται. Η Θεατρική Μηχανή Καβάλας υπό την
καθοδήγηση του Δημήτρη Ντουμπουρίδη και με
τους ηθοποιούς Κώστα Αναγνώστου και Νίκο Σπυρέλη απέδωσαν το κείμενο την Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010 στο αμφιθέατρο της ιατρικής εταιρίας Καβάλας .
Tags: Hits: 40 | Περισσότερα... |
| Ημερολόγιο μειοψηφίας |
| 05.01.2010 18:05:16 | |
Tags: Hits: 318 | Περισσότερα... |
| Λογοτέχνες της Καβάλας |
| 08.10.2009 16:08:13 | |
|
Μια συνοπτική ιστορία... Tον Μάρτιο του 1994 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας ο Βασίλης Βασιλικός έκανε λόγο για την ύπαρξη της λογοτεχνικής σχολής της Καβάλας. Ως κύριο επιχείρημα του ανέφερε τα πολλά ονόματα των αναγνωρισμένων λογοτεχνών που έλκουν την καταγωγή τους από την Καβάλα και την πυκνότερη σαφέστερη ομοιογένεια των εκπροσώπων της σχολής από την αντίστοιχη σχολή της Θεσσαλονίκης. Η αναφορά αυτή, που ενθουσίασε το κοινό της εκδήλωσης και δημοσιεύθηκε ως είδηση, την επομένη, στην αθηναϊκή εφημερίδα τα «Νέα», αφορούσε κυρίως την πεζογραφία και επιλεκτικά την ποίηση. |
| Η τύρφη των Φιλίππων και το διαρκές έγκλημα της καύσης της |
| 13.09.2009 22:03:18 | |
|
Το περασμένο άνυδρο φθινόπωρο και χειμώνα (θυμίζω ότι μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου άρχισε να βρέχει καλά ) η πόλη της Καβάλας δεν πνιγόταν μόνο από τα αέρια λύματα των χρονίως οχλουσών βιομηχανιών,αλλά και από μια έντονη μυρωδιά πετροκάρβουνου ή καμμένου ελαστικού, που έκαιγε τον ουρανίσκο και προκαλούσε αναπνευστικά προβλήματα σε όσους έχουν πρόβλημα με τους πνεύμονές τους ( όπως εγώ ). Στην αρχή αναζήτησα σε αστυνομία και πυροσβεστική τους υπαίτιους της καύσης για να πάρω τις εξής ανεύθυνες απαντήσεις. « Καίγεται ο σκουπιδότοπος του Δήμου Φιλίππων» !!!, « είμαστε αναρμόδιοι, ρωτήστε την Δημαρχία, αυτοί κάτι καίνε!!!». Όμως τίποτα δεν με ικανοποίησε, ώσπου ήρθε η απάντηση από το πνευμονολογικό τμήμα του Νοσοκομείου Καβάλας,όπου έκπληκτος πληροφορήθηκα ότι υπαίτια για το τοξικό αυτό νέφος,που μας έπνιγε, με ιδιαίτερη ένταση το απόγευμα και το βράδυ ήταν η καύση της τύρφης των Φιλίππων. Tags: Ο ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΧΑΡΠ | τύρφη | Φίλιπποι Hits: 487 | Περισσότερα... |
| Που κόβεται σιγά-σιγά το νήμα της ζωής μας? |
| 07.09.2009 09:52:02 | |
Στα υπερώα του Ινστιτούτου κόβεται σιγά-σιγά το ήδη φθαρμένο
νήμα της ζωής μου Φράντς Κάφκα
|
Σελίδα 1 από 2
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>
Ο σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της
Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του
πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να
ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους,
λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές
του καιρού μας...
Kοσμάς Χαρπαντίδης

